ραβδισμός

ραβδισμός
ο побои, избиение (палкой)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ραβδισμός" в других словарях:

  • ραβδισμός — ο / ῥαβδισμός, ΝΜΑ [ῥαβδίζω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ραβδίζω, το χτύπημα με ραβδί ή και με άλλο παρεμφερές όργανο, ράβδισμα 2. (σχετικά με δέντρα) το τίναγμα τών καρπών, ράβδισμα 3. (σχετικά με σιτηρά) το τίναγμα τών σιτηρών στο αλώνι …   Dictionary of Greek

  • ῥαβδισμούς — ῥαβδισμός winnowing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαγγλάβιον — μαγγλάβιον, τὸ (Μ) 1. ράβδος, μαγκούρα, ρόπαλο 2. συνεκδ. ραβδισμός, δαρμός με ρόπαλο …   Dictionary of Greek

  • μπαστουνιά — η χτύπημα με μπαστούνι, ραβδισμός …   Dictionary of Greek

  • ξυλοκοπία — ξυλοκοπία, ἡ (Α) [ξυλοκόπος] 1. το κόψιμο τών ξύλων 2. ξυλοκόπημα, ραβδισμός …   Dictionary of Greek

  • ράβδισμα — το / ῥάβδισμα, ίσματος, ΝΜ [ῥαβδίζω] η ενέργεια τού ραβδίζω, το χτύπημα με ράβδο, το ξυλοκόπημα νεοελλ. (σχετικά με οπωροφόρα δέντρα) το τίναγμα τών καρπών με ραβδί, ραβδισμός …   Dictionary of Greek

  • ραβδί — το / ραβδίον, ΝΜΑ, και ραβδίο Ν [ῥάβδος] (ως υποκορ. τού ράβδος) 1. μικρή ράβδος ή μικρό κλαδί (α. «και στο ραβδίν του ακούμπησε να πει την αλφαβήτα», Κάλαντα β. «Ἑρμῆς δ ἐπιστὰς τῷ τε ῥαβδίῳ παίων», Βάβρ.) 2. (κατ επέκτ.) καθετί σε σχήμα μικρής… …   Dictionary of Greek

  • σκυτάλωσις — ώσεως, ἡ, Α [σκυταλῶ] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σκυταλώ, δαρμός με ρόπαλο, ραβδισμός, ξυλοκόπημα …   Dictionary of Greek

  • σκυταλισμός — ο, ΝΑ (στην αρχαιότητα) 1. ραβδισμός με σκυτάλη, ξυλοκόπημα ή ακόμη και θανάτωση με σκυτάλη («σκυταλισμὸς... ὅσος παρ ἑτέροις τῶν Ἑλλήνων οὐδέποτε γεγονέναι μνημονεύεται», Διόδ.) 2. η στάση που έγινε το 370 π.Χ. στο Άργος και ονομάστηκε έτσι από… …   Dictionary of Greek

  • τσάταλο — και τσατάλι, το, Ν 1. χοντρό διχαλωτό ραβδί 2. συνεκδ. ραβδισμός, ξυλοκόπημα 3. φρ. «τρώω τσάταλο» i) δέχομαι επιπλήξεις ii) ξυλοκοπούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. catal] …   Dictionary of Greek

  • μπαστουνιά — η το χτύπημα με μπαστούνι, ο ραβδισμός: Του ’δωσε μια μπαστουνιά στα πλευρά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»